Τρίτη, 28 Μαΐου 2013

Κάτω απ τη μαρκίζα.

   Νομίζω ότι με τόση βίκυ μοσχολιού αυτόν τον καιρό πολύ πιθανό να μου ανήκει κι εμένα ένα κομμάτι της νόμιμης μοίρας της. Στο κάτω απ τη μαρκίζα δεν είχα δώσει τη δέουσα σημασία.εδώ και τρείς μέρες έχω πάθει εμμονή. -καλά είναι γνωστό ότι παθαίνω εμμονές-. Να σε προετοιμάσω ότι είναι ένα πόστ που δε θα ναι χαρούμενο, αλλά θα τελειώσει με δάκρυα χαράς. Καθισμένη λοιπόν  στη μαύρη δερμάτινη καρέκλα του prison break (έτσι έχω ονομάσει το γραφείο γιατί πιστεύω ότι είναι η φυλακή μου) και πάνω από μια στοίβα διαταγών πληρωμής αναρωτήθηκα ποια ήταν μέχρι σήμερα η πιο άσχημη στιγμή της ζωής μου και αντίστοιχα η πιο χαρούμενη.
Μιας και οι άνθρωποι είμαστε από τη φύση μας απαισιόδοξα όντα, μονομιάς μου ρθαν στο μυαλό όλα τα άσχημα ένα προς ένα. άρχισα να τα σκέφτομαι και να διαπιστώνω ότι είναι περισσότερα απ τα δάχτυλα των χεριών μου. Και ξεροκατάπια. Το είχα βρει.
     13.05.2004. όταν μου γκρεμίστηκε ο κόσμος. όταν υπέφερες αλλα από περηφάνια μέχρι και σήμερα δεν το συζητάς. όταν πήγες να τα αφήσεις όλα πάνω μου. όταν έπαιζε ο ρουβάς στη γιουροβίζιον κι εμείς ήμασταν στην Πίτσα και δεν πιστεύαμε αυτό που είχε γίνει. όταν γέρασα τριάντα χρόνια κι άσπρισαν τα μαλλιά μου. όταν μου πες να προσέχω το παιδί. όταν άρχισα να σου φωνάζω και κατάλαβα ότι η φωνή μου ήταν πιο δυνατή απ αυτό. όταν πέρασαν τόσα χρόνια και ποτέ δε μας έκανες να αισθανθούμε λύπη. όταν ξυπνάς στις 5.30 και τρέχεις εκεί για να πιάσεις σειρά. όταν χάρηκα που είχες ακόμη τρία αδέρφια.όταν δε σου είπα ότι ξέρω ότι δε σου άξιζε αυτό που πέρασες φέτος. όταν δε σου είπα ότι κάνω ότι δεν καταλαβαίνω. όταν δε σε κοίταζα  γιατί ντρεπόμουν που προσπαθούσα να σε πείσω ότι δεν είναι αυτό που νομίζεις. πάντα είναι αυτό που νομίζεις. όταν άρχισα να εφαρμόζω το "my make up may be flaking but my smile, still stays on".        όταν δε σου είπα πόσο πιστεύω στην τύχη σου. όταν δε σου είπα πόσο τυχερή είμαι.
      όταν δε σου είπα ότι πέρασα πολύ δύσκολα. όταν δε σου είπα ότι τα κανα σκατά φέτος.όταν δε σου είπα ότι τα καταφέρνω μόνη μου. όταν δε σου είπα ότι η μόνη στιγμή ευτυχίας ήταν οι βόλτες μέσα στ αμάξι τα σάββατα. όταν δε σου είπα ότι θα τελειώσω τα γερμανικά και μπορεί να κάνω κι άλλα μετά. όταν δε σου είπα ότι όλα ήταν βουνό ή έτσι τα έβλεπα εγώ.όταν δε σου είπα ότι αναπνέω χωρίς να πνίγομαι. όταν δε σου είπα ότι έδωσα πολύ σημασία σε αυτά που δεν είχαν καμία σημασία. όταν δε σου είπα ότι βρήκα καινούργια μπέργκερ. όταν δε σου είπα ότι μπορεί να πάμε τετραήμερο στη σκύρο ή στην άνδρο. όταν δε σου είπα ότι τίποτα δεν είναι πιο δυνατό απ το μυαλό μας. 
όταν ήμουν κάτω απ τη μαρκίζα. 
όταν καταλάβεις ότι η πιο χαρούμενη στιγμή δεν έχει έρθει ακόμη. 

Τετάρτη, 15 Μαΐου 2013

Σάββατο.


***Αυτή είναι η ιστορία της Μαρίνας.Νομίζω ότι μέσα θα βρεις κι ένα κομμάτι δικό σου.***

«Cambria.Δεν έχω γράψει ποτέ μ’ αυτή τη γραμματοσειρά και ίσως έχει αρχίσει να μ’ αρέσει πολύ. Συνήθως προτιμώ να γράφω όταν κάποια πράγματα έχουν ολοκληρωθεί μέσα μου. Μόνο έτσι μπορώ να έχω μια σφαιρική εικόνα. Πες πως δε μ’ αρέσει να εκτίθεμαι βάναυσα και θέλω να μπορώ να είμαι από πάνω. Καταλαβαίνεις φυσικά ότι θα μιλήσω για τα άνω-κάτω. Όλα έγιναν με αστραπιαία ταχύτητα. Σαν κι αυτή που ούτε οι φυσικοί δε μπόρεσαν να εξηγήσουν. Δε θα την πάρεις ποτέ χαμπάρι. Είναι φορές που πίστεψα ότι υπάρχει δυστυχία στον κόσμο. Ότι μπορεί να γεννήθηκα σε λάθος εποχή, ότι μπορεί και να μην εκτιμήθηκαν τα προσόντα μου αρκετά. Άλλες πάλι φύτεψα μέσα στο κεφάλι μου ότι  τον κόσμο τον δημιουργούμε με εικόνες και μυρωδιές, και τον κάνουμε παντελώς δικό μας. Τι Τα Θες. Απάντηση σε όλα αυτά πήγε να δώσει κι ο Δαρβίνος κι απλά μας προσέφερε μια ακόμη θεωρία.
Η φλυαρία, λένε, είναι συνήθεια των ανθρώπων που η σκέψη τους τρέχει γρήγορα, πόσο θα θελα να σε έβλεπα εκεί στα 14 που όλα ήταν πιο απλοϊκά. Πόσο θα θελα να σε γνώριζα όταν πήγα σινεμά πρώτη φορά με τα χαλασμένα μου timberland. Πόσο μου λείπουν τα χαλασμένα μου timberland. Πόσο θα θελα να ‘ρχόσουν μαζί μου για παγωτό βανίλια, πόσο θα θελα να σου τραγουδούσα το κλεμμένο ποδήλατο.                Πόσο μ’ αρέσουν οι Σ.Ν.
Προχθές έπεσε στα μάτια μου τυχαία ένα εισιτήριο του μετρό. Ήταν χτυπημένο. Μπλε γραμμή. Γιατί ήρθα; Γιατί δεν είχα μιλήσει σε κάποιον νωρίτερα; Γιατί Χριστίνα δε με σταμάτησες; Κάποια μέρα θα τη μαλώσω που δε βρήκε τρόπο να με σταματήσει. Γιατί δεν το σταμάτησα εγώ αφού ήξερα; Δεν ήταν δα και κάτι απρόβλεπτο. Μια γνωριμία που θα κατέληγε σε ένα αφέρ. Ίσως περισσότερο γι αυτό να είμαι θυμωμένη. Επειδή το ‘ξερα. Αλλά πάντα μέσα μας ρισκάρουμε πιστεύοντας πώς αυτή τη φορά δεν κάναμε το λάθος. Μου ‘ρθε στο μυαλό η Καιτούλα η Γαρμπή και όλη αυτή η αγωνία που τράβηξε η Έλλη η Κοκκίνου όταν ο τότε γκόμενός της Διονύσης Σχοινάς έκανε πρόταση γάμου σε άλλη.
Έτσι κι εγώ τώρα. Ξέρω ότι κάποια στιγμή θα σε δω με κάποια άλλη και αυτό που φοβάμαι είναι ότι ίσως δε θα με πειράξει. ίσως θα μου χει περάσει και δε θα χω για ποιον να μιλάω και να παραπονιέμαι. Γιατί εμένα; Γιατί εγώ; Πώς μπορείς και το ελέγχεις; Μα τι αφελής που ήμουν. Φυσικά και μπορείς να το ελέγχεις. Έπρεπε να το καταλάβω μέσα απ’ αυτά που μου απαντούσες. Δεν ήθελα να το καταλάβω, όμως. Αυτό μου ‘δινε δύναμη να κυνηγάω τη ζωή μου. Και προχώρησα. Έτσι μόνο πήγα μπροστά. Και τώρα που τυχόν θα τα διαβάζεις όλα αυτά, να ξέρεις πως το μόνο που μου λείπει είναι το πρωινό μήνυμα των 11.15, η καλημέρα και τα ρεβίθια που μας άρεσαν τόσο.
Θα μου λείπει που για ενάμιση μήνα έγινες η παρέα μου και ο καλύτερός μου φίλος. Θα μου λείπει που δε ντράπηκα ποτέ να σου πω αυτό που ήθελα και δε σκέφτηκα ποτέ να παίξω μαζί σου. Ψέματα. Σκέφτηκα ότι ήταν μια καλή ευκαιρία να βγω απ τη μιζέρια μου και έτσι ξεγέλασα τον εαυτό μου. Όταν σε είδα για πρώτη φορά, είπα αυτό το μελαχρινό αγόρι τρέμει. Καλοήθης τρόμος λέγεται αυτό που έχεις. Μετά μου φάνηκες αστείος και πολύ συμπαθητικός. Είχε παλιόκαιρο τη μέρα που σε γνώρισα, κι εγώ ήπια το πιο ωραίο κοκτέηλ του κόζμου. Δεν είχα καταλάβει πόσο την ήθελες, αλλά δε με ένοιαζε κιόλας. Σε χαιρόμουν γιατί είχες κάτι που δεν είχα εγώ. Ζούσες.
Μη γελιόμαστε βέβαια, μου πες και πολύ όμορφα πράγματα. Μου πες πράγματα που είχα πολύ καιρό να ακούσω. Σε ευχαριστώ που με έκανες να αισθάνομαι όμορφη και όμορφα. Τώρα ακούω weeknd και θυμάμαι ότι θα θελα να τους δω λάιβ στο Βερολίνο. Πόσο μ’αρέσει το Βερολίνο. Είναι όλα τόσο ελεύθερα. Ουφ πάλι αυτή η φλυαρία μου.
Ξέρεις η ανάγκη του ανθρώπου τον οδηγεί πολλές φορές σε συμπεράσματα που δεν πρέπει. Μακάρι να είχα κάνει λάθος. Δεν έκανα όμως. όταν πήγες να με φιλήσεις, δεν τραβήχτηκα. Και να μην το χες κάνει δηλαδή δε θα άλλαζε κάτι. Ίσως ήταν και καλύτερα. Ε, μετά όλα άλλαξαν. Το ένα έφερε το άλλο και μετά ήρθε το τρένο και η ώρα πήγε 5 και έφυγες κι εγώ έμεινα να κοιτάζω δυο σοκολάτες και δυο περίεργα μάτια. Και τώρα τι;
Δεν ένιωσα τύψεις γι αυτό που είχα κάνει. Κι αυτό είναι το πιο λυπηρό απ όλα. Δεν ήμουν ευτυχισμένη. και μαζί σου το κατάλαβα απ όλες τις πλευρές. Δεν ήμουν όμως και τίμια. Και έπρεπε να μείνω μόνη. Γιατί όλα αυτά τα ωραία για να γίνει αυτό; Γιατί εμένα;
Μπήκα λοιπόν πολλές φορές στη διαδικασία να σκεφτώ γιατί εμένα. Και η μόνη απάντηση ήταν, γιατί εκείνον; Και για να απαντήσω και πάλι, πέρασαν πολλά δύσκολα βράδια. Κάηκαν πολλά τραγούδια και γραφτήκαν πολλά μηνύματα που σβήστηκαν. και κατέληξα. Γιατί χαμογελούσες μαζί του ηλίθια. Γιατί ενώ ήξερες τι θα γίνει δε σε ένοιαξε να αφεθείς. γιατί είχες ανάγκη να σε χαϊδέψουν, να σου γελάσουν, να σε φροντίσουν. Και μπορώ να σου πω ότι σου τα αναγνωρίζω όλα αυτά. Και μπορώ να σου πω ότι σ’αυτό ήσουν σπουδαίος.
Από κείνη τη στιγμή λοιπόν που το συνειδητοποίησα, ένιωσα πιο ελεύθερη από ποτέ. Και δε μπήκα ποτέ ξανά σε διαδικασία να σκεφτώ γιατί εμένα. Είπα, ευτυχώς εμένα. Είπα μόνο εμένα. Είπα για μένα. Βιάστηκα να τελειώσω καταστάσεις, να πω πράγματα που δεν έπρεπε, να ξεσπάσω, ενώ άλλο ήταν το πρόβλημά μου.- Το secret garden εξακολουθεί να μην είναι το αγαπημένο μου, αλλά θα το συνηθίσω.-
Ήξερα ότι μετά από κείνη τη μέρα δε θα ξαναήταν ποτέ το ίδιο. Λυπήθηκα που έχασα την παρέα μου, λυπήθηκα που έχασα τα τραγούδια σου, λυπήθηκα που έχασα τις βλακείες μας, λυπήθηκα που έχασα τις φωτογραφίες σου, λυπήθηκα που έχασα εσένα. Όμως έτσι είναι. Έτσι μάλλον έπρεπε να γίνει. Κι ίσως είναι και καλύτερα. Κάποτε μου είπες ότι έχεις μάθει να ζεις με τον πόνο. Ότι είσαι εθισμένος. Μάθε λοιπόν πως εμένα ο πόνος μου δίνει ζωή, τον προκαλώ. Μόνο μέσα απ τον πόνο λυτρώνομαι. Κάτι σαν μια νεοφερμένη ντράμα κουίν. Να ξέρεις ότι δε θα ξεχάσω τίποτα απ όλα αυτά που σου γραψα σε κείνο το μήνυμα, και να ξέρεις πως αν ήταν στο χέρι μου, θα την άλλαζα εκείνη τη μέρα για να κάνω λίγο ακόμη παρέα μαζί σου. Για να πάμε σε ένα κακόφημο σινεμά, για να πάμε για ένα μπέργκερ, για να πάμε να χορέψουμε 90s με λίγη τεκίλα.
Ίσως όλα αυτά να είναι λίγο μεγαλοποιημένα. Δεν πειράζει. Αυτό είναι και το ρίσκο του γραπτού λόγου. Ότι ο καθένας μπορεί να διαβάσει κάτι και αυτό που διαβάζει να το εκλάβει όπως επιθυμεί. Άι ντοντ κέαρ.
Θα είμαι στο σταυρό της Λένορμαν στις 17 Ιουλίου που θα χιονίζει. Εσύ αν θα έρθεις δεν το ξέρω και σε υποθετικές ερωτήσεις συνήθως δεν απαντώ. Αν δεν έρθεις όμως, δε θα πειράζει. θα χεις τους λόγους σου. Κι εμένα δε θα με ενοχλεί καθόλου γιατί μετά θα βγω και θα ‘μαι χαρούμενη γιατί θα χω τη γιορτή μου.
Ας πούμε ότι ήθελα να μάθεις και τη δική  μου πλευρά. Ας πούμε ότι ήταν ένα Σάββατο. Το δικό σου Σάββατο. Το δικό μου Σάββατο.
Μαρίνα.